ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ ΑΡΤΟΥΡ

Δεν ορίστηκε εικόνα

Ο γερμανός φιλόσοφος Άρθουρ Σοπενάουερ γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1788 στο Ντάντσιχ και πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1860 στην Φραγκφούρτη του Μάιν. Γιος του Χάινριχ Φλόρις Σοπενάουερ, ενός από τους κυριότερους εμπόρους της περιοχής, και της Γιοχάνα, γνωστής μυθιστοριογράφου. Η οικογένειά του ήταν εναντίον κάθε είδους εθνικισμού και γι' αυτό ο πατέρας του επέλεξε για τον γιο του το όνομα Άρθουρ, που συναντάται τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αγγλία και τη Γαλλία. Όταν το Ντάντσιχ κατελήφθη το 1973 από την Πρωσία, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αμβούργο. Εκεί ο Άρθουρ σπούδασε σε ιδιωτική εμπορική σχολή προκειμένου να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Η οικογένειά του συνήθιζε να ταξιδεύει πολύ συχνά, έτσι σε νεαρή ηλικία είχε ήδη επισκεφθεί πάρα πολλά μέρη της Ευρώπης, συνήθεια που κράτησε και στην ενήλικη ζωή του. Όταν, όμως, το 1805 ο Χάινριχ Σοπενάουερ πέθανε πέφτοντας σ' ένα κανάλι, χωρίς να γίνει ποτέ γνωστό αν επρόκειτο για ατύχημα ή αυτοκτονία, η μητέρα του πήρε τον Άρθουρ και την μικρότερη αδερφή του κι εγκαταστάθηκαν στη Βαϊμάρη, όπου και συνδέθηκαν κοινωνικά με τον κύκλο του Γκαίτε και του Βήλαντ. Ο Γκαίτε μάλιστα παρακολουθούσε την εξέλιξη του Άρθουρ, ο οποίος συνέχισε τις σπουδές του ξεκινώντας με κλασική φιλολογία, περνώντας στην ιατρική και συνεχίζοντας με φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν (Gottingen) και του Βερολίνου. Εκεί είχε δασκάλους τους Καντιανούς καθηγητές Σούλτσε και Φίχτε (ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τον Σοπενάουερ ως υποχονδριακό), τη φιλοσοφία των οποίων στη συνέχεια περιφρόνησε επιδεικτικά. Στη Βαϊμάρη γνώρισε και τον ανατολιστή Φρήντριχ Μάγερ, ο οποίος τον μύησε στην αρχαία ινδική φιλοσοφία, που έμελλε να επηρεάσει βαθιά τη φιλοσοφική του θεωρία. Το 1811 εγκατέλειψε τη Βαϊμάρη και μετέβη στη Δρέσδη, ύστερα από έντονο διαπληκτισμό με τη μητέρα του (λέγεται ότι η ίδια δεν αποδέχτηκε ποτέ την ιδιοφυΐα του γιου της), με την οποία και δεν ξανασυναντήθηκε ποτέ. Στη Δρέσδη έγραψε και το βασικό έργο του "Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση", που εκδόθηκε το 1819 στη Λειψία αλλά, αντίθετα από τις προσδοκίες του ίδιου, το βιβλίο δεν αναγνωρίστηκε ούτε από τους κριτικούς ούτε από το κοινό. Αμέσως μετά την έκδοση του βιβλίου του, επέστρεψε στο Βερολίνο και διορίστηκε καθηγητής. Εκεί ξεκίνησε η αντιπαράθεσή του με τον Χέγκελ, ο οποίος δίδασκε εκείνον τον καιρό στο ίδιο πανεπιστήμιο. Ο Σοπενάουερ παρέμεινε 24 εξάμηνα στο πανεπιστήμιο αλλά παρέδωσε μόνο το πρώτο μάθημα, καθώς φρόντισε η ώρα του μαθήματός του να συμπίπτει με την ώρα του Χέγκελ, που τότε κυριαρχούσε στους φιλοσοφικούς κύκλους. Το 1823 μετέβη στο Μόναχο, όπου και παρέμεινε περίπου ένα χρόνο, άρρωστος και απομονωμένος. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Βερολίνο, όπου ξεκίνησε η περιπέτειά του με τα δικαστήρια. Μία μοδίστρα υπέβαλε μήνυση εναντίον του, όταν εκείνος ενοχλημένος από τη φλυαρία της την έσπρωξε έξω από το δωμάτιο με αποτέλεσμα να πέσει από τη σκάλα. Ο Σοπενάουερ μισούσε όσο τίποτα άλλο τον θόρυβο και είχε γράψει ένα δοκίμιο πάνω σ' αυτό, όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ως ενδέκατη εντολή θα έπρεπε να είναι το "Ου διακόψεις" και ειδικά αν διακόψεις κάνοντας θόρυβο, που είναι η πιο αναίσχυντη ενόχληση, αφού δεν σε διακόπτει απλώς αλλά σου καταστρέφει τις σκέψεις. Η απόφαση ήταν υπέρ της μοδίστρας και ο Σοπενάουερ υποχρεώθηκε να καταβάλλει κάθε μήνα ένα αρκετά υψηλό ποσό μέχρι το θάνατό της, το 1841. Πάνω στο πιστοποιητικό του θανάτου της έγραψε "Obit anus, abit onus" (πέθανε η γριά, έφυγε το βάρος). Η δίκη αυτή ενέτεινε την απαισιοδοξία και μισανθρωπία του και έτσι το 1831 προτίμησε να αποτραβηχτεί στην Φραγκφούρτη του Μάιν, όπου παραιτημένος πλέον από την ιδέα της ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας, έζησε τα υπόλοιπα 28 χρόνια της ζωής του μακριά από ανθρώπους, με μόνη παρέα τον σκύλο του, Άτμα, και την υπηρέτριά του. Εκεί αφοσιώθηκε στη μελέτη και στη συγγραφή, ενώ απολάμβανε την αρκετά πολυτελή ζωή του με φαγητό (τακτά χρονικά γεύματα παρά τις αντιρρήσεις του γιατρού), κρασί, μουσική, θέατρο και ανάγνωση κυρίως γαλλικής, αγγλικής και ιταλικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, δεν ήταν ευτυχισμένος. Η ανεκπλήρωτη λαχτάρα του για αναγνώριση της φιλοσοφικής και συγγραφικής του αξίας δεν τον άφηνε να ηρεμήσει. Επιδίωκε την αναγνώριση αλλά ταυτόχρονα περιφρονούσε και σάρκαζε τη δόξα και τις τιμές. Η απογοήτευση και ο κυνισμός του διοχετεύονται στην πραγματεία του Για την πανεπιστημιακή φιλοσοφία, με την οποία εξεγείρεται κατά των ακαδημαϊκών καθηγητών αλλά κυρίως κατά της εγελιανής φιλοσοφίας αλλά και του ίδιου του Χέγκελ. Η απαισιοδοξία του είναι βέβαια έκδηλη και στα υπόλοιπα έργα του "Περί της βουλήσεως στη φύση", "Αφορισμοί πρακτικής σοφίας" κ.α., που συμπεριελήφθησαν αργότερα σε μία συλλογή δοκιμίων με τίτλο "Πάρεργα και Παραλειπόμενα". Η έκδοση αυτή ήταν και η αρχή της μετέπειτα παγκόσμιας αναγνώρισής του. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του είδε να δημοσιεύονται άρθρα για τα έργα του και τη φιλοσοφία του σε εφημερίδες και σε περιοδικά του εξωτερικού. Το 1856 τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης παρουσίασης και κριτικής ιδεών από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας, ενώ τον επόμενο χρόνο οι θεωρίες του έγιναν αντικείμενο μελέτης σε αρκετά πανεπιστήμια. Σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλόσοφους του 19ου αιώνα και ο πρώτος μέγας θεωρητικός της απαισιόδοξης στάσης απέναντι στη ζωή. Πρώτος εκείνος μίλησε για την οδύνη της ύπαρξης και προσπάθησε να καταδείξει την απουσία νοήματος στη ζωή και την απαξία της, διακρίνοντας όμως κάποια διέξοδο. Μόνη λύτρωση από τον πόνο και την ανούσια ζωή ήταν η τέχνη, η συμπόνια, ο διαλογισμός και ο ασκητισμός, παρόλο που ο ίδιος δεν θέλησε ή δεν κατάφερε ποτέ να κυριαρχήσει πάνω στις ορμές του.